Εδώ
στη ήσυχη ΑΜΟΡΓΟ
σε μια γωνιά φευγάτη, αντίκρυσα ένα πρωινό μια φάση που'χα να τη δω εδώ και κάμποσο καιρό σ'άλλα νησιά του Αιγαίου. Ένα μικρό μικρό CAFE, χτισμένο πάνω στον τουπέ της αίσθησης, του ωραίου. Μια θαλασσόβρεχτη γωνιά στου ευκαλύπτου τη σκιά στρωμένα απο κάτω τραπεζάκια γκρίζα στρογγυλά με πράσινες καρέκλες και κάτι άτομα τρελά να τρέχουν καθημερινά με διάφορα στο πιάτο. Πότε ομελέτες με τυρί και παγωτά με σαντιγύ, με μπύρες με καφέδες, κι ένα χαμόγελο γλυκό που έβγαινε αληθινό και όχι απο κονσέρβες. Πότε η μουσική και ο χορός, ο χαβαλές ο σχετικός και όλα όσα ορίζουν αυτά που ο περαστικός, τουρίστας ή Αμοργιανός θέλουν να τους χαρίζουν. Χυμούς με διάφορα ποτά κοκτέιλς και τα σχετικά και άλλα χίλια τόσα, μα δεν υπήρχε τελικά κάτι που μέσα σ'ολα αυτά να μου' καιγε τη γλώσσα, όταν τόλμησα ένα πρωί να το αλάξω το βιολί και "δίπλα" να καθήσω. Καφέ δεν φχαριστήθηκα το ΕΛΙΧΡΙΣΟΝ αρνήθηκα και... να μετανοήσω ήθελα εκείνη τη στιγμή και πάνω εκεί στην αλαγή... Άλλαξαν όλα με μια, κι έγινε τότε η χαρά...θαλασσοτρικυμία και το καράβι βούλιαξε κι απ'το ναυάγιό του έψαξαν 'όλοι οι γνωστοί καθένας μόνος του να βρεί πάλι τον εαυτό του. Τελειώνω γιατί δεν μπορώ το δάκρυ να κρατήσω μα έχω σίγουρα σκοπό τον κόσμο κι αν γυρίσω την ζεστασιά που έχει εδώ στο μαγαζάκι το μικρό δεν θα τη συναντήσω. ΜΟΝΑΧΑ ΕΔΩ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ.
|